Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καθῆκον
καθηκόντως
καθήκω
καθηκόντως
[
ᾰ
]
adv.
comme il convient,
Pol.
5, 9, 6 ;
Plut.
M.
448
f
.
Étym.
καθήκων
.