Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κερματιστής
κερμοδότης
κερνᾶς
κερμο·δότης,
ου
(
ὁ
)
c. le préc.
Nonn.
Jo.
1, 14
.
Étym.
κέρμα, δίδωμι
.