Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κινδυνευτέον
κινδυνευτής
κινδυνευτικός
κινδυνευτής,
οῦ
[
ῡ
]
adj. m.
qui affronte le danger, hardi,
Thc.
1, 70 ;
DC.
Exc.
p. 32, 96
.
Étym.
κινδυνεύω
.