Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κινδύνευμα
κινδυνευτέον
κινδυνευτής
κινδυνευτέον
[
ῡ
]
vb. de
κινδυνεύω,
Eur.
Suppl.
572,
I.T.
1022
.