Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κρατυντήριος
κρατυντικός
κρατύνω
κρατυντικός,
ή, όν
[
ᾰ
]
c. le préc.
Diosc.
1, 29 ;
Orib.
p. 126 Matthäi
.