Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
Κρατύλος
κρατυντήριος
κρατυντικός
κρατυντήριος,
ος, ον
[
ᾰ
] propre à affermir, fortifiant,
Hpc.
628, 18
.
Étym.
κρατύνω
.