κυνοφθαλμίζομαι

κυνοφόντις

κυνόφρων
κυνο·φόντις, ιδος [ῠῐδ] adj. f. : ἑορτή, Ath. 99b, fête du massacre des chiens à Argos.
Étym. κ. φονεύω.