κυνοφαγέω-ῶ

κυνοφθαλμίζομαι

κυνοφόντις
κυν·οφθαλμίζομαι [] regarder avec des yeux de chien, c. à d. impudemment, Syn. 128.
Étym. κ. ὀφθαλμός.