Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
κωλυτήριος
κωλυτής
κωλυτικός
κωλυτής,
οῦ
(
ὁ
) [
ῡ
] qui empêche,
Thc.
3, 23 ;
Plat.
Criti.
109
a
.
Étym.
κωλύω
.