λαμπρίζω

λαμπρόϐιος

Λαμπροκλῆς
λαμπρό·ϐιος, ος, ον, qui vit magnifiquement, P. Alex. Apot. 24, p. 60, l. 19 Boer.
Étym. λαμπρός, βίος.