Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λειτούργημα
λειτουργήσιμος
λειτουργητέον
λειτουργήσιμος,
ος, ον,
propre au service du culte,
Spt.
1 Par.
28, 13
.
Étym.
λειτουργέω
.