Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λευκερίνεως
λευκέρυθρος
λευκερῴδιος
λευκ·έρυθρος,
ος, ον
[
ῠ
] d’un blanc rouge, rose,
Arstt.
Physiogn.
2, 4
.
Étym.
λ. ἐρυθρός
.