Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λευκέρυθρος
λευκερῴδιος
λεύκη
λευκ·ερῴδιος,
ου
ou
-ός,
οῦ
(
ὁ
)
héron blanc,
oiseau,
Arstt.
H.A.
8, 3, 12
.
Étym.
λ. ἐρῳδιός
.