Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
λιμοκόλαξ
λιμοκτονέω-ῶ
λιμοκτονία
λιμοκτονέω-ῶ
[
ῑ
] faire mourir de faim,
Hpc.
406, 8, etc. ;
Plat.
Rsp.
588
e
;
Syn.
517
.
Étym.
λ. κτείνω
.