Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μαστιγώσιμος
μαστίγωσις
μαστιγωτέος
μαστίγωσις,
εως
(
ἡ
)
[
ῑγ
] flagellation,
Ath.
350
c
.
Étym.
μαστιγόω
.