Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μαστιγόω-ῶ
μαστιγώσιμος
μαστίγωσις
μαστιγώσιμος,
ος, ον
[
ῑγ
] qui mérite le fouet,
Luc.
Her.
8
.
Étym.
μαστιγόω
.