Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μικροπόνηρος
μικροπρέπεια
μικροπρεπεύομαι
μικροπρέπεια,
ας
(
ἡ
)
[
ῑ
] petitesse d’esprit
ou
de caractère, mesquinerie, esprit de chicane,
Arstt.
Nic.
2, 7 ;
4, 2 ;
Rhet.
1, 9, 2
.
Étym.
μικροπρεπής
.