Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
μικροπρέπεια
μικροπρεπεύομαι
μικροπρεπής
μικροπρεπεύομαι
[
ῑ
] avoir un petit esprit, être mesquin, pointilleux
ou
sordide,
Syn.
Ep.
134, 138
.
Étym.
μικροπρεπής
.