ὀϐολοστάτης

ὀϐολοστατική

ὀϐολοστάτις
ὀϐολοστατική, ῆς () [] s. e. τέχνη, métier d’usurier, Arstt. Pol. 1, 10, 4.
Étym. ὀϐολοστάτης.