Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀϐολοστατική
ὀϐολοστάτις
ὄϐρια
ὀϐολο·στάτις,
ιδος
(
ἡ
) [
ᾰ
] usurière,
Plat.
Ax.
367
b
.
Étym.
fém. de
ὀϐολοστάτης
.