Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀνοκενταύρα
ὀνοκένταυρος
ὀνοκέφαλος
ὀνο·κένταυρος,
ου
(
ὁ
) âne-centaure
ou
onocentaure,
sorte de démon,
Spt.
Esaï.
13, 24 ;
34, 11, 14
.
Étym.
ὄν. κένταυρος
.