Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀνοκένταυρος
ὀνοκέφαλος
ὀνοκίνδιος
ὀνο·κέφαλος,
ος, ον
[
ᾰ
], à tête d’âne,
Orig.
c. Cels.
6, p. 300
.
Étym.
ὄν. κεφαλή
.