ὀνοκέφαλος

ὀνοκίνδιος

ὀνόκλεια
ὀνο·κίνδιος, ου () ânier, Eup. 2-1, 501 Meineke par crase avec l’art. οὑνοκίνδιος.
Étym. ὄνος, κινέω.