Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀπισθοφανής
ὀπισθοφανῶς
ὀπισθοφόρος
ὀπισθοφανῶς
[
ᾰ
]
adv.
par derrière,
Spt.
Gen.
9, 23
.
Étym.
ὀπισθοφανής
.