Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀρείφοιτος
ὀρειχάλκινος
ὀρείχαλκος
ὀρειχάλκινος,
η, ον
[
ῐ
] de laiton,
Plat.
Criti.
119
c
.
Étym.
ὀρείχαλκος
.