Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀρειγενής
ὀρειγέννητος
ὀρειδρομία
ὀρει·γέννητος,
ος, ον,
c. le préc.
Lgs
1, 15
.
Étym.
ὄρος, γεννάω
.