ὀρειϐατικός

ὀρειγενής

ὀρειγέννητος
ὀρει·γενής, ής, ές :
1 né sur les montagnes, Nic. Th. 875 ||
2 de montagne, Moschion tr. (Stob. Ecl. phys. p. 242).
Étym. ὄρος, γίγνομαι.