Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀργανοπήκτωρ
ὀργανοποιΐα
ὀργανοποιϊκός
ὀργανοποιΐα,
ας
(
ἡ
) [
ᾰν
] fabrication d’instruments, de mécanismes,
T. Locr.
101
e
.
Étym.
ὀργανοποιός
.