Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀρφανικός
ὀρφάνιος
ὀρφανιστής
ὀρφάνιος,
ος, ον
[
ᾰ
] privé d’enfants,
Anth.
7, 466
.
Étym.
ὀρφανός
.