Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὀρροπύγιον
ὀρροπυγόστικτος
ὀρρός
ὀρρο·πυγό·στικτος,
ος, ον
[
ῡ
] à la queue mouchetée,
Arstt.
(
Ath.
313
d
).
Étym.
ὄρρος, πυγή, στικτός
.