ὄζω

ὀζώδης

ὀζωτός
ὀζώδης, ης, ες :
1 branchu, Th. H.P. 1, 5, 4 ||
2 noueux, Th. H.P. 3, 10, 4 ; cp. -έστερος, Th. H.P. 1, 13.
Étym. ὄζος, -ωδης.