παιδοτριϐία

παιδοτριϐικός

παιδοτριϐικῶς
παιδοτριϐικός, ή, όν [ῐϐ] qui concerne l’art du maître de gymnastique : ἡ παιδοτριϐική (s.e. τέχνη) art du maître de gymnastique, Isocr. Antid. § 194 ; Arstt. Pol. 8, 3, 13.
Étym. παιδοτρίϐης.