Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
παλινστομέω-ῶ
παλίνστρεπτος
παλινστρόϐητος
παλίν·στρεπτος,
ος, ον
[
ᾰ
] qui retourne sur ses pas,
Max.
π. κατ.
80
.
Étym.
π. στρέφω
;
cf.
παλίστρεπτος
.