παμμάχως

παμμέγας

παμμεγέθης
παμ·μέγας [γᾱ], -μεγάλη [γᾰ], -μέγα [γᾰ] tout à fait grand, Plat. Phædr. 273a, etc. ||
Sup. παμμέγιστος, El. V.H. 10, 2.
Étym. π. μέγας.