παμμέγας

παμμεγέθης

παμμέγιστος
παμ·μεγέθης, ης, ες, tout à fait grand, Xén. Mem. 3, 6, 13 ; Plat. Parm. 164d, etc. ; adv. neutre, παμμέγεθες, Eschn. 42, 4, fortement.
Étym. π. μέγεθος.