Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
πάνδειλος
πάνδειμα
πανδείμαντος
πάν·δειμα,
ατος
(
τὸ
) grande crainte, épouvante,
Pd.
fr. 197
.
Étym.
π. δεῖμα
.