Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
παραπλήσσω
παραπλοκή
παράπλοος-ους
παραπλοκή,
ῆς
(
ἡ
)
1
insertion, (
Rhét.
3, 320 W.
) ||
2
mélange,
Sext.
24, 26 ;
620, 5 Bkk.
etc.
Étym.
παραπλέκω
.