παραπλοκή

παράπλοος-ους

παραπλώω
παρά·πλοος-ους, όου-ου ()
1 trajet par mer, traversée, Thc. 1, 36, 44, etc. ||
2 côte, littoral, Str. 664, 669 ; DS. 3, 38.
Étym. παραπλέω.
παρά·πλοος-ους, οος-ους, οον-ουν, qui navigue à côté ; ἡ π. (s. e. ναῦς) Pol. vaisseau qui navigue de conserve.
Étym. παραπλέω.