παράπλοος-ους

παραπλώω

παραπνέω
παρα·πλώω, ion. c. παραπλέω ; impf. ou ao. 2, 3 sg. παρέπλω, Od. 12, 69 ; Hdt. 4, 99 ; 7, 100 ; fut. inf. παραπλώσεσθαι, Orph. Arg. 1269 ; ao. part. pl. παραπλώσαντες, Orph. Arg. 731.