παρασιωπάω-ῶ

παρασιώπησις

παρασιωπητέον
παρα·σιώπησις, εως () action de passer sous silence, prétérition, fig. de rhét. : κατὰ παρασιώπησιν, Clém. 1, 1309 Migne ; Quint. 9, 3, 99, par prétérition.
Étym. παρασιωπάω.