Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
παρατυπόω-ῶ
παρατύπωσις
παρατυπωτικός
παρατύπωσις,
εως
(
ἡ
) [
ῠ
] reproduction grossière
ou
imparfaite d’une image,
Plut.
M.
404
c
.
Étym.
παρατυπόω
.