Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
παρατύπωσις
παρατυπωτικός
παρατυπωτικῶς
παρατυπωτικός,
ή, όν
[
ῠ
] qui reproduit grossièrement une image,
Sext.
M.
8, 67
.
Étym.
παρατυπόω
.