Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
πεινήμεναι
πεινητικός
πεῖρα
πεινητικός,
ή, όν,
affamé, famélique,
Arstt.
Nic.
2, 5, 5
||
Cp.
-ώτερος,
Plut.
M.
635
d
.
Étym.
πεινάω
.