πεντηκοστήρ

πεντηκοστολογέω-ῶ

πεντηκοστολόγιον
πεντηκοστολογέω-ῶ, percevoir l’impôt du cinquantième, Philonid. (Poll. 9, 29).
Étym. πεντηκοστολόγος.