Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
πεντηκοστεύομαι
πεντηκοστήρ
πεντηκοστολογέω-ῶ
πεντηκοστήρ,
ῆρος
(
ὁ
)
c.
πεντηκοντήρ,
Xén.
Hell.
3, 5, 22,
etc. ;
Lac.
11, 4,
etc.