πεντηκοστύς

πεντήρης

πεντηρικός
πεντ·ήρης, ης, ες, à cinq rangs ; ἡ π. (s. e. ναῦς) Hdt. 6, 87 ; Pol. 8, 6, 2, vaisseau à cinq rangs de rames, quinquérème.
Étym. πέντε, ἐρέσσω.