φαινομένως

φαινομηρίς

φαινοπροσωπέω-ῶ
φαινο·μηρίς, ίδος, adj. f. aux cuisses découvertes, ép. des jeunes filles lacédémoniennes, Ibyc. fr. 61.
Étym. φαίνω, μηρός.