Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
φθοροεργός
φθοροποιέω-ῶ
φθοροποιός
φθοροποιέω-ῶ,
corrompre, endommager,
Diosc.
Ther.
proœm. 420
a
,.
Étym.
φθοροποιός
.