Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
φυλλοϐόλος
φυλλόκομος
φυλλομανέω-ῶ
φυλλό·κομος,
ος, ον,
à la chevelure de feuillage,
Ar.
Av.
215, 742
.
Étym.
φ. κόμη
.