Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
πολιορκέω-ῶ
πολιορκητέος
πολιορκητήριος
πολιορκητέος,
α, ον,
vb. de
πολιορκέω,
Xén.
Cyr.
7, 5, 8
.